κονίαμα
•
- λόγιομείγμα άμμου, νερού και κονίας, που χρησιμοποιείται στο σοβάτισμα ή ως συνδετικό υλικό κατά την κατασκευή της τοιχοποιίας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κονίαμα < αρχαία ελληνική κονίαμα < κόνις
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κονίαμα | κονιάματα |
| Γενική | κονιάματος | κονιαμάτων |
| Αιτιατική | κονίαμα | κονιάματα |
| Κλητική | κονίαμα | κονιάματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →