κονιορτοποίηση
•
- η μετατροπή ενός στερεού σώματος σε σκόνη Βικιλεξικό
- μεταφορικάη πλήρης συντριβή ενός αντιπάλου που επιτυγχάνεται με ισχυρά επιχειρήματα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κονιορτοποίηση < κονιορτός + -ποίηση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κονιορτοποίηση | κονιορτοποιήσεις |
| Γενική | κονιορτοποίησης | κονιορτοποιήσεων |
| Αιτιατική | κονιορτοποίηση | κονιορτοποιήσεις |
| Κλητική | κονιορτοποίηση | κονιορτοποιήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →