κονιορτοποιώ
•
- κυριολεκτικάμετατρέπω κάτι σε σκόνη Βικιλεξικό
- πρέπει να κονιορτοποιήσεις τους ξηρούς καρπούς για αυτό το γλυκό
- μεταφορικάσυντρίβω ένα αντίπαλο Βικιλεξικό
- οι επιθετικοί της ομάδας κονιορτοποίησαν την άμυνα των αντιπάλων
- μεταφορικάδιαλύω, διασπώ κάποιον Βικιλεξικό
- το άγχος κονιορτοποιεί τον σύγχρονο άνθρωπο
Ετυμολογία
κονιορτοποιώ < κονιορτός + -ο- + ποιώ ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική pulvériser)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κονιορτοποιώ | κονιορτοποιείς | κονιορτοποιεί | κονιορτοποιούμε | κονιορτοποιείτε | κονιορτοποιούν / κονιορτοποιούνε |
| Παρατατικός | κονιορτοποιούσα | κονιορτοποιούσες | κονιορτοποιούσε | κονιορτοποιούσαμε | κονιορτοποιούσατε | κονιορτοποιούσαν / κονιορτοποιούσανε |
| Αόριστος | κονιορτοποίησα | κονιορτοποίησες | κονιορτοποίησε | κονιορτοποιήσαμε | κονιορτοποιήσατε | κονιορτοποίησαν / κονιορτοποιήσαν / κονιορτοποιήσανε |
| Μέλλοντας | θα κονιορτοποιήσω / θα κονιορτοποιώ | θα κονιορτοποιήσεις / θα κονιορτοποιείς | θα κονιορτοποιήσει / θα κονιορτοποιεί | θα κονιορτοποιήσουμε / θα κονιορτοποιούμε | θα κονιορτοποιήσετε / θα κονιορτοποιείτε | θα κονιορτοποιήσουν / θα κονιορτοποιήσουνε / θα κονιορτοποιούν / θα κονιορτοποιούνε |
| Παρακείμενος | έχω κονιορτοποιήσει | έχεις κονιορτοποιήσει | έχει κονιορτοποιήσει | έχουμε κονιορτοποιήσει | έχετε κονιορτοποιήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα κονιορτοποιήσει | είχες κονιορτοποιήσει | είχε κονιορτοποιήσει | είχαμε κονιορτοποιήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω κονιορτοποιήσει / να κονιορτοποιήσω / να κονιορτοποιώ | να έχεις κονιορτοποιήσει / να κονιορτοποιήσεις / να κονιορτοποιείς | να έχει κονιορτοποιήσει / να κονιορτοποιήσει / να κονιορτοποιεί | να έχουμε κονιορτοποιήσει / να κονιορτοποιήσουμε / να κονιορτοποιούμε | να έχετε κονιορτοποιήσει / να κονιορτοποιήσετε / να κονιορτοποιείτε | να κονιορτοποιήσουν / να κονιορτοποιήσουνε / να κονιορτοποιούν / να κονιορτοποιούνε |
| Προστακτική | — | κονιορτοποίει / κονιορτοποίησε | — | — | κονιορτοποιήστε / κονιορτοποιείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →