κονιορτός
•
- σκόνη Βικιλεξικό
- Τα ερυθρά σαρίκια την έκτασιν πληρούσι, / Αφίπταται περιδεής η των πτηνών αγέλη· / Κλαγγή των όπλων πανταχού και κτύποι αντηχούσι· / Σκιάζει τον ορίζοντα κονιορτού νεφέλη (Δημήτριος Παπαρρηγόπουλος, Το Αρκάδι)
Ετυμολογία
κονιορτός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κονιορτός < κόνις + ὄρνυμι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κονιορτός | κονιορτοί |
| Γενική | κονιορτού | κονιορτών |
| Αιτιατική | κονιορτό | κονιορτούς |
| Κλητική | κονιορτέ | κονιορτοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →