κονσέρβα
•
- μεταλλικό στεγανό δοχείο που περιέχει τρόφιμα Βικιλεξικό
- να ανοίξω μια κονσέρβα τόνο;
- ...ευτυχώς οι συγκάτοικοι δεν ήταν φραγκοφονιάδες. Μου αγόραζαν πανάκριβες γκουρμέ κονσέρβες: τόνους, κουνέλι με λαχανικά, πατέ πάπιας και, την πιο αγαπημένη μου, γαρίδες του ωκεανού με πέστροφα. (Λένα Διβάνη, Εγώ ο Ζάχος Ζάχαρης (νέα έκδοση), εκδ. Πατάκης, 2024)
- τρόπος διατήρησης τροφίμων με τη συσκευασία τους σε μεταλλικό στεγανό δοχείο, την αποστείρωσή τους και ενίοτε την προσθήκη συντηρητικών ουσιών Βικιλεξικό
- τα φασολάκια από το αγρόκτημά μου τα δίνω για κονσέρβα
- μεταφορικάχαρακτηρισμός για κάτι που έχει προετοιμαστεί εκ των προτέρων ή για κάτι που είναι τυποποιημένο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κονσέρβα < (άμεσο δάνειο) ιταλική conserva < γαλλική conserve < λατινική conservo (συντηρώ, διατηρώ)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κονσέρβα | κονσέρβες |
| Γενική | κονσέρβας | κονσερβών |
| Αιτιατική | κονσέρβα | κονσέρβες |
| Κλητική | κονσέρβα | κονσέρβες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →