Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κονσερβοποιώ

ρήμα
•
  1. παράγω ένα προϊόν εγκλεισμένο σε κονσέρβα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κονσερβοποιώ < κονσέρβα + -ο- + -ποιώ

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςκονσερβοποιώκονσερβοποιείςκονσερβοποιείκονσερβοποιούμεκονσερβοποιείτεκονσερβοποιούν / κονσερβοποιούνε
Παρατατικόςκονσερβοποιούσακονσερβοποιούσεςκονσερβοποιούσεκονσερβοποιούσαμεκονσερβοποιούσατεκονσερβοποιούσαν / κονσερβοποιούσανε
Αόριστοςκονσερβοποίησακονσερβοποίησεςκονσερβοποίησεκονσερβοποιήσαμεκονσερβοποιήσατεκονσερβοποίησαν / κονσερβοποιήσαν / κονσερβοποιήσανε
Μέλλονταςθα κονσερβοποιήσω / θα κονσερβοποιώθα κονσερβοποιήσεις / θα κονσερβοποιείςθα κονσερβοποιήσει / θα κονσερβοποιείθα κονσερβοποιήσουμε / θα κονσερβοποιούμεθα κονσερβοποιήσετε / θα κονσερβοποιείτεθα κονσερβοποιήσουν / θα κονσερβοποιήσουνε / θα κονσερβοποιούν / θα κονσερβοποιούνε
Παρακείμενοςέχω κονσερβοποιήσειέχεις κονσερβοποιήσειέχει κονσερβοποιήσειέχουμε κονσερβοποιήσειέχετε κονσερβοποιήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα κονσερβοποιήσειείχες κονσερβοποιήσειείχε κονσερβοποιήσειείχαμε κονσερβοποιήσει——
Υποτακτικήνα έχω κονσερβοποιήσει / να κονσερβοποιήσω / να κονσερβοποιώνα έχεις κονσερβοποιήσει / να κονσερβοποιήσεις / να κονσερβοποιείςνα έχει κονσερβοποιήσει / να κονσερβοποιήσει / να κονσερβοποιείνα έχουμε κονσερβοποιήσει / να κονσερβοποιήσουμε / να κονσερβοποιούμενα έχετε κονσερβοποιήσει / να κονσερβοποιήσετε / να κονσερβοποιείτενα κονσερβοποιήσουν / να κονσερβοποιήσουνε / να κονσερβοποιούν / να κονσερβοποιούνε
Προστακτική—κονσερβοποίει / κονσερβοποίησε——κονσερβοποιήστε / κονσερβοποιείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →