κονσερβοποιώ
•
- παράγω ένα προϊόν εγκλεισμένο σε κονσέρβα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κονσερβοποιώ < κονσέρβα + -ο- + -ποιώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κονσερβοποιώ | κονσερβοποιείς | κονσερβοποιεί | κονσερβοποιούμε | κονσερβοποιείτε | κονσερβοποιούν / κονσερβοποιούνε |
| Παρατατικός | κονσερβοποιούσα | κονσερβοποιούσες | κονσερβοποιούσε | κονσερβοποιούσαμε | κονσερβοποιούσατε | κονσερβοποιούσαν / κονσερβοποιούσανε |
| Αόριστος | κονσερβοποίησα | κονσερβοποίησες | κονσερβοποίησε | κονσερβοποιήσαμε | κονσερβοποιήσατε | κονσερβοποίησαν / κονσερβοποιήσαν / κονσερβοποιήσανε |
| Μέλλοντας | θα κονσερβοποιήσω / θα κονσερβοποιώ | θα κονσερβοποιήσεις / θα κονσερβοποιείς | θα κονσερβοποιήσει / θα κονσερβοποιεί | θα κονσερβοποιήσουμε / θα κονσερβοποιούμε | θα κονσερβοποιήσετε / θα κονσερβοποιείτε | θα κονσερβοποιήσουν / θα κονσερβοποιήσουνε / θα κονσερβοποιούν / θα κονσερβοποιούνε |
| Παρακείμενος | έχω κονσερβοποιήσει | έχεις κονσερβοποιήσει | έχει κονσερβοποιήσει | έχουμε κονσερβοποιήσει | έχετε κονσερβοποιήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα κονσερβοποιήσει | είχες κονσερβοποιήσει | είχε κονσερβοποιήσει | είχαμε κονσερβοποιήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω κονσερβοποιήσει / να κονσερβοποιήσω / να κονσερβοποιώ | να έχεις κονσερβοποιήσει / να κονσερβοποιήσεις / να κονσερβοποιείς | να έχει κονσερβοποιήσει / να κονσερβοποιήσει / να κονσερβοποιεί | να έχουμε κονσερβοποιήσει / να κονσερβοποιήσουμε / να κονσερβοποιούμε | να έχετε κονσερβοποιήσει / να κονσερβοποιήσετε / να κονσερβοποιείτε | να κονσερβοποιήσουν / να κονσερβοποιήσουνε / να κονσερβοποιούν / να κονσερβοποιούνε |
| Προστακτική | — | κονσερβοποίει / κονσερβοποίησε | — | — | κονσερβοποιήστε / κονσερβοποιείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →