κοντάκι
•
- το πίσω τμήμα ενός ντουφεκιού ή κυνηγετικού όπλου Βικιλεξικό
- Ακούμπησε το δεξί μάγουλο στο κοντάκι του ντουφεκιού, έκλεισε το αριστερό μάτι του και σημάδεψε. (Τάκης Αδάμος Σύντροφοι [διήγημα])
Ετυμολογία
κοντάκι < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική κοντάκιον < ελληνιστική κοινή κοντάκιον (μικρό κοντάρι) < αρχαία ελληνική κοντός, (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική crosse
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κοντάκι | κοντάκια |
| Γενική | κοντακιού | κοντακιών |
| Αιτιατική | κοντάκι | κοντάκια |
| Κλητική | κοντάκι | κοντάκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →