υποκόπανος
•
- παρωχημένοτο πίσω μέρος του κοντακίου ενός όπλου (π.χ. ντουφεκιού) ή και (κατ’ επέκταση) όλο το κοντάκιο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υποκόπανος < υπο- + κόπανος (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική crosse)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | υποκόπανος | υποκόπανοι |
| Γενική | υποκόπανου | υποκόπανων |
| Αιτιατική | υποκόπανο | υποκόπανους |
| Κλητική | υποκόπανε | υποκόπανοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →