Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υποκόπανος

/i.poˈko.pa.nos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. παρωχημένοτο πίσω μέρος του κοντακίου ενός όπλου (π.χ. ντουφεκιού) ή και (κατ’ επέκταση) όλο το κοντάκιο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

υποκόπανος < υπο- + κόπανος (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική crosse)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήυποκόπανοςυποκόπανοι
Γενικήυποκόπανουυποκόπανων
Αιτιατικήυποκόπανουποκόπανους
Κλητικήυποκόπανευποκόπανοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →