κοντάρι
•
- μικρής διατομής και μεγάλου σχετικά μήκους κομμάτι ξύλου ή άλλου υλικού με διάφορες χρήσεις, π.χ. Βικιλεξικό
- μικρής διατομής και μεγάλου σχετικά μήκους κομμάτι ξύλου ή άλλου υλικού με διάφορες χρήσεις, π.χ. Βικιλεξικό
- μικρής διατομής και μεγάλου σχετικά μήκους κομμάτι ξύλου ή άλλου υλικού με διάφορες χρήσεις, π.χ. Βικιλεξικό
- μικρής διατομής και μεγάλου σχετικά μήκους κομμάτι ξύλου ή άλλου υλικού με διάφορες χρήσεις, π.χ. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κοντάρι < μεσαιωνική ελληνική κοντάριν < (ελληνιστική κοινή) κοντάριον < αρχαία ελληνική κοντός + κατάληξη υποκοριστικού -άριον
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κοντάρι | κοντάρια |
| Γενική | κονταριού | κονταριών |
| Αιτιατική | κοντάρι | κοντάρια |
| Κλητική | κοντάρι | κοντάρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →