κονταροχτυπιέμαι
•
- αγωνίζομαι στο πολεμικό αγώνισμα της κονταρομαχίας Βικιλεξικό
- διαφωνώ έντονα και ανταλλάσσω επιχειρήματα με πολιτικό αντίπαλο, αντίδικο κλπ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κονταροχτυπιέμαι < κοντάρι + χτυπιέμαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →