κονταροχτυπώ
•
- κυριολεκτικάχτυπώ κάποιον με κοντάρι κατά τη διάρκεια μιας κονταρομαχίας Βικιλεξικό
- μεταφορικάαντιδικώ έντονα με κάποιον (σε λεκτικό ή άλλο επίπεδο) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κονταροχτυπώ < μεσαιωνική ελληνική κονταροκτυπώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κονταροχτυπάω / κονταροχτυπώ | κονταροχτυπάς | κονταροχτυπά / κονταροχτυπάει | κονταροχτυπάμε / κονταροχτυπούμε | κονταροχτυπάτε | κονταροχτυπάν / κονταροχτυπάνε / κονταροχτυπούν / κονταροχτυπούνε |
| Παρατατικός | κονταροχτυπούσα | κονταροχτυπούσες | κονταροχτυπούσε | κονταροχτυπούσαμε | κονταροχτυπούσατε | κονταροχτυπούσαν / κονταροχτυπούσανε |
| Αόριστος | κονταροχτύπησα | κονταροχτύπησες | κονταροχτύπησε | κονταροχτυπήσαμε | κονταροχτυπήσατε | κονταροχτυπήσαν / κονταροχτυπήσανε / κονταροχτύπησαν |
| Μέλλοντας | θα κονταροχτυπάω / θα κονταροχτυπήσω / θα κονταροχτυπώ | θα κονταροχτυπάς / θα κονταροχτυπήσεις | θα κονταροχτυπά / θα κονταροχτυπάει / θα κονταροχτυπήσει | θα κονταροχτυπάμε / θα κονταροχτυπήσουμε / θα κονταροχτυπούμε | θα κονταροχτυπάτε / θα κονταροχτυπήσετε | θα κονταροχτυπάν / θα κονταροχτυπάνε / θα κονταροχτυπήσουν / θα κονταροχτυπήσουνε / θα κονταροχτυπούν / θα κονταροχτυπούνε |
| Παρακείμενος | έχω κονταροχτυπήσει | έχεις κονταροχτυπήσει | — | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα κονταροχτυπήσει | — | — | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω κονταροχτυπήσει / να κονταροχτυπάω / να κονταροχτυπήσω / να κονταροχτυπώ | να έχεις κονταροχτυπήσει / να κονταροχτυπάς / να κονταροχτυπήσεις | να κονταροχτυπά / να κονταροχτυπάει / να κονταροχτυπήσει | να κονταροχτυπάμε / να κονταροχτυπήσουμε / να κονταροχτυπούμε | να κονταροχτυπάτε / να κονταροχτυπήσετε | να κονταροχτυπάν / να κονταροχτυπάνε / να κονταροχτυπήσουν / να κονταροχτυπήσουνε / να κονταροχτυπούν / να κονταροχτυπούνε |
| Προστακτική | — | κονταροχτύπα / κονταροχτύπαγε / κονταροχτύπησε | — | — | κονταροχτυπάτε / κονταροχτυπήστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →