κοντοστούπης
•
- μειωτικόκοντός άνθρωπος, νάνος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κοντοστούπης < *κοντοστούμπης < κοντο- + στούμπος < μεσαιωνική ελληνική στοῦμπος / στόμπος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κοντοστούπης | κοντοστούπηδες |
| Γενική | κοντοστούπη | κοντοστούπηδων |
| Αιτιατική | κοντοστούπη | κοντοστούπηδες |
| Κλητική | κοντοστούπη | κοντοστούπηδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →