στούμπος
•
- γουδοχέρι Βικιλεξικό
- μεγάλη πέτρα, κοτρόνα Βικιλεξικό
- μεταφορικάκοντόχοντρος άνθρωπος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
στούμπος < (όψιμο) μεσαιωνική ελληνική στοῦμπος / στόμπος < σλαβικής προέλευσης stonpa < πρωτοσλαβική *stǫpa (είδος γουδιού ή μύλου) < πρωτογερμανική *stampōną (πιέζω, συμπιέζω) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *stembʰ- (ποδοπατώ)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | στούμπος | στούμποι |
| Γενική | στούμπου | στούμπων |
| Αιτιατική | στούμπο | στούμπους |
| Κλητική | στούμπε / στούμπο | στούμποι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →