κοντοτιέρος
•
- παρωχημένομισθοφόρος πολεμιστής στην Ιταλία κ.α. κατά τον Μεσαίωνα Βικιλεξικό
- γενικότεραμισθοφόρος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κοντοτιέρος < ιταλική condottiere < condotta < λατινική conducta, θηλυκό του conductus, μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος conduco < con- + duco
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κοντοτιέρος | κοντοτιέροι |
| Γενική | κοντοτιέρου | κοντοτιέρων |
| Αιτιατική | κοντοτιέρο | κοντοτιέρους |
| Κλητική | κοντοτιέρε | κοντοτιέροι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →