κοντότα
•
- παρωχημένοη συμφωνία ενός επαγγελματία (γιατρού, δασκάλου κ.λπ.) με μια ομάδα ανθρώπων (π.χ. ένα χωριό) για παροχή υπηρεσιών για κάποιο χρονικό διάστημα και (κατ’ επέκταση) το σχετικό συμβόλαιο που υπογράφεται ή η σχετική αμοιβή που συμφωνείται Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κοντότα < (άμεσο δάνειο) ιταλική condotta < λατινική conducta, θηλυκό του conductus, μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος conduco < con- + duco
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κοντότα | κοντότες |
| Γενική | κοντότας | — |
| Αιτιατική | κοντότα | κοντότες |
| Κλητική | κοντότα | κοντότες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →