Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κοντότα

/konˈdo.ta/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. παρωχημένοη συμφωνία ενός επαγγελματία (γιατρού, δασκάλου κ.λπ.) με μια ομάδα ανθρώπων (π.χ. ένα χωριό) για παροχή υπηρεσιών για κάποιο χρονικό διάστημα και (κατ’ επέκταση) το σχετικό συμβόλαιο που υπογράφεται ή η σχετική αμοιβή που συμφωνείται Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κοντότα < (άμεσο δάνειο) ιταλική condotta < λατινική conducta, θηλυκό του conductus, μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος conduco < con- + duco

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκοντότακοντότες
Γενικήκοντότας—
Αιτιατικήκοντότακοντότες
Κλητικήκοντότακοντότες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →