Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κοντόθωρος

/konˈdo.θo.ɾos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. οικείοπρόσωπο με περιορισμένη νόηση ή διαίσθηση Βικιλεξικό
  2. σπάνιομύωπας Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κοντόθωρος < (κοντά) κοντό- + *θώρ(α) + -ος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκοντόθωροςκοντόθωρηκοντόθωρο
Γενικήκοντόθωρουκοντόθωρηςκοντόθωρου
Αιτιατικήκοντόθωροκοντόθωρηκοντόθωρο
Κλητικήκοντόθωρεκοντόθωρηκοντόθωρο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκοντόθωροικοντόθωρεςκοντόθωρα
Γενικήκοντόθωρωνκοντόθωρωνκοντόθωρων
Αιτιατικήκοντόθωρουςκοντόθωρεςκοντόθωρα
Κλητικήκοντόθωροικοντόθωρεςκοντόθωρα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →