θωρώ
•
- λαϊκότροποκοιτάζω Βικιλεξικό
- Πῶς μᾶς θωρεῖς ἀκίνητος;... Ποῦ τρέχει ὁ λογισμός σου, τὰ φτερωτά σου ὄνειρα;...
Ετυμολογία
θωρώ < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική θωρῶ < θιωρῶ < αρχαία ελληνική θεωρῶ, συνηρημένος τύπος του θεωρέω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | θωρώ | θωρείς | θωρεί | θωρούμε | θωρείτε | θωρούν / θωρούνε |
| Παρατατικός | θωρούσα | θωρούσες | θωρούσε | θωρούσαμε | θωρούσατε | θωρούσαν / θωρούσανε |
| Αόριστος | θώρησα | θώρησες | θώρησε | θωρήσαμε | θωρήσατε | θωρήσαν / θωρήσανε / θώρησαν |
| Μέλλοντας | θα θωρήσω / θα θωρώ | θα θωρήσεις / θα θωρείς | θα θωρήσει / θα θωρεί | θα θωρήσουμε / θα θωρούμε | θα θωρήσετε / θα θωρείτε | θα θωρήσουν / θα θωρήσουνε / θα θωρούν / θα θωρούνε |
| Παρακείμενος | έχω θωρήσει | έχεις θωρήσει | έχει θωρήσει | έχουμε θωρήσει | έχετε θωρήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα θωρήσει | είχες θωρήσει | είχε θωρήσει | είχαμε θωρήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω θωρήσει / να θωρήσω / να θωρώ | να έχεις θωρήσει / να θωρήσεις / να θωρείς | να έχει θωρήσει / να θωρήσει / να θωρεί | να έχουμε θωρήσει / να θωρήσουμε / να θωρούμε | να έχετε θωρήσει / να θωρήσετε / να θωρείτε | να θωρήσουν / να θωρήσουνε / να θωρούν / να θωρούνε |
| Προστακτική | — | θώρει / θώρησε | — | — | θωρήστε / θωρείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →