Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κοντόχοντρος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. κοντός και χοντρός (συνήθως για ανθρώπους) Βικιλεξικό
    • Ήταν μια καλαματιανή «μυστακοφόρος» κοντόχοντρη γεροντοκόρη, με γαμψή μύτη και μυωπικά γυαλιά σαν πατομπούκαλα (Θανάσης Διαμαντόπουλος, Ο δικαστής, εκδ. Μεταίχμιο, 2019)

Ετυμολογία

κοντόχοντρος < κοντός + -ο- + χοντρός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκοντόχοντροςκοντόχοντρηκοντόχοντρο
Γενικήκοντόχοντρουκοντόχοντρηςκοντόχοντρου
Αιτιατικήκοντόχοντροκοντόχοντρηκοντόχοντρο
Κλητικήκοντόχοντρεκοντόχοντρηκοντόχοντρο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκοντόχοντροικοντόχοντρεςκοντόχοντρα
Γενικήκοντόχοντρωνκοντόχοντρωνκοντόχοντρων
Αιτιατικήκοντόχοντρουςκοντόχοντρεςκοντόχοντρα
Κλητικήκοντόχοντροικοντόχοντρεςκοντόχοντρα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →