Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κοπελάρα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. όμορφη και ποθητή κοπέλα Βικιλεξικό
    • Φτου σου, κοπελάρα μου, ε ρε, τι μου κάνεις, πω, πω, πω, / έτσι μου γουστάρεις, έτσι σ’ αγαπώ (Από τραγούδι του Μιχάλη Σουγιούλ σε στίχους Αλέκου Σακελλάριου)

Ετυμολογία

κοπελάρα < κοπέλι + μεγεθυντικό επίθημα -άρα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκοπελάρακοπελάρες
Γενικήκοπελάρας—
Αιτιατικήκοπελάρακοπελάρες
Κλητικήκοπελάρακοπελάρες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →