Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κοπριτόσκυλο

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. σπάνιοσκύλος του δρόμου Βικιλεξικό
    • Ρε αρχιλαμόγια, ρε καραγκιόζηδες, πάλι αναβολή στα ειδικά δικαιώματα; Μα δεν έχετε ίχνος ντροπής ρε κοπριτόσκυλα του κερατά; (από υβρεολόγιο σε σχόλιο ανωνύμου σε είδηση του agronews.gr, 9/5/2022 https://www.agronews.gr/pliromes/198739/etoima-gia-pistosi-ta-nitrika-mehri-telos-maiou-akolouthei-diorthotiki-tsek/)
    • Χαρακτήρισε «κοπριτόσκυλα» εργαζόμενους στην ΕΡΤ αν και τόνισε ότι «ανάμεσα στους εργαζόμενους υπήρξαν και τίμιοι οικογενειάρχες». (Για τη σύσταση Εξεταστικής για την ΕΡΤ αποφασίζει η Βουλή, 18/7/2013, tvxs.gr https://tvxs.gr/news/ellada/gia-ti-systasi-exetastikis-gia-tin-ert-apofasizei-i-voyli/)

Ετυμολογία

κοπριτόσκυλο < κοπρίτ(ης) + -ό- + -σκυλο

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκοπριτόσκυλοκοπριτόσκυλα
Γενικήκοπριτόσκυλουκοπριτόσκυλων
Αιτιατικήκοπριτόσκυλοκοπριτόσκυλα
Κλητικήκοπριτόσκυλοκοπριτόσκυλα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →