κοπρόσκυλο
•
- σκύλος αδέσποτος και χωρίς συγκεκριμένη ράτσα Βικιλεξικό
- μεταφορικάάνθρωπος τεμπέλης, αργόσχολος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κοπρόσκυλο < κοπρό- + σκυλ(ί) + -ο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κοπρόσκυλο | κοπρόσκυλα |
| Γενική | κοπρόσκυλου | κοπρόσκυλων |
| Αιτιατική | κοπρόσκυλο | κοπρόσκυλα |
| Κλητική | κοπρόσκυλο | κοπρόσκυλα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →