κοπρολογία
•
- ψυχιατρικήη διαστροφή που χαρακτηρίζει κάποιον που αρέσκεται να εκστομίζει λέξεις ή προτάσεις που περιέχουν τη λέξη κόπρανα ή άλλες σχετικές Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηχυδαιολογία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κοπρολογία < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική coprologie < αρχαία ελληνική κόπρος + λέγω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κοπρολογία | κοπρολογίες |
| Γενική | κοπρολογίας | κοπρολογιών |
| Αιτιατική | κοπρολογία | κοπρολογίες |
| Κλητική | κοπρολογία | κοπρολογίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →