κοπρολόγος
•
- γενικότεραβωμολόχος Βικιλεξικό
- ψυχιατρικήπου έχει τη διαστροφή να εκστομίζει κοπρολογίες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κοπρολόγος < κοπρολογ(ία) + -ος (αναδρομικός σχηματισμός) Μορφολογικά, κόπρ(ος) + -ο- + -λόγος. Διαφορετικό το αρχαίο κοπρολόγος.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κοπρολόγος | κοπρολόγοι |
| Γενική | κοπρολόγου | κοπρολόγων |
| Αιτιατική | κοπρολόγο | κοπρολόγους |
| Κλητική | κοπρολόγε | κοπρολόγοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →