κοπτήρας
•
- ανατομίακαθένα από τα δύο δόντια στην άνω γνάθο και δύο στην κάτω γνάθο στο εμπρός τμήμα του στόμας ανθρώπων ή θηλαστικών Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κοπτήρας < καθαρεύουσα κοπτήρ < αρχαία ελληνική κόπτω ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική incisive ή (μεταφραστικό δάνειο) γερμανική Schneidezahn )
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κοπτήρας | κοπτήρες |
| Γενική | κοπτήρα | κοπτήρων |
| Αιτιατική | κοπτήρα | κοπτήρες |
| Κλητική | κοπτήρα | κοπτήρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →