τομέας
•
- μέρος από ένα έργο, μια δραστηριότητα ή μια υπηρεσία Βικιλεξικό
- ο τομέας των πιστοδοτήσεων
- μια περιοχή ή ένα επίπεδο σε ένα αφηρημένο χώρο, ένα πεδίο μελέτης, θεματικό πεδίο Βικιλεξικό
- οι τομείς της φιλοσοφίας
- η επιστημονική ή καλλιτεχνική ειδικότητα κάποιου Βικιλεξικό
- Δεν το γνωρίζω το θέμα. Δεν είναι ο τομέας μου.
- υποδιαίρεση μιας πόλης ή περιοχής, που εξυπηρετεί την καλύτερη διοίκηση Βικιλεξικό
- διοικητική υποδιαίρεση ενός πανεπιστημιακού τμήματος Βικιλεξικό
- (συνεκδοχικά) τα διοικητικά μέλη ενός πανεπιστημικαού τμήματος
- αύριο συνεδριάζει ο νεοελληνικός τόμεας
- γεωμετρίατο μέρος ενός κύκλου που ορίζεται από δύο ακτίνες και το τόξο που υπάρχει μεταξύ τους Βικιλεξικό
- ανατομίατο καθένα από τα τέσσερα άνω και κάτω μπροστινά δόντια της οδοντοστοιχίας Βικιλεξικό
- υλικό υπολογιστήsector: ένα από τα σταθερής χωρητικότητας τμήματα (πχ. 512 bytes) στα οποία χωρίζεται ένας μαγνητικός ή οπτικός δίσκος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τομέας < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική τομεύς < τέμνω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *tm̥-n-h₂- < *temh₂- (κόβω)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τομέας | τομείς |
| Γενική | τομέα | τομέων |
| Αιτιατική | τομέα | τομείς |
| Κλητική | τομέα | τομείς |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →