Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κορδόνι

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. κομμάτι ειδικού σχοινιού προορισμένο για διακοσμητικό σκοπό ή σαν εξάρτημα κάποιας συσκευής Βικιλεξικό
  2. ειδικότερακομμάτι σχοινιού ή δέρματος που χρησιμοποιείται για το δέσιμο παπουτσιών Βικιλεξικό
    • Ὄχι παπούτσια ἕτοιμα ἀλλά ὑλικό γιά ἕνα ἤ δυό ζευγάρια: σόλες, πανωδέρματα, βάρδουλα, κορδόνια - Βάλε καί σπάγγο, θά τούς ἔμεινε σπάγγος ἐκεῖ πέρα; Ὡς καί κεράκια γιά φινίρισμα βάζανε, Γιατί πετσιά καί ὄχι παπούτσια δέν τό κατάλαβα. Μπορεῖ νά εἶχαν ξεχάσει πιά τί μέγεθος φοροῦσαν οἱ δικοί τους. (Έλλη Αλεξίου, Ανθολογία ελληνικής αντιστασιακής λογοτεχνίας, 1941-1944, 1965, σελ. 394)
  3. ειδικότερατα σιρίτια αξιωματικών Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κορδόνι < (άμεσο δάνειο) βενετική cordon < λατινική chorda < αρχαία ελληνική χορδή (αντιδάνειο). Δείτε και μεσαιωνική κόρδα.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκορδόνικορδόνια
Γενικήκορδονιούκορδονιών
Αιτιατικήκορδόνικορδόνια
Κλητικήκορδόνικορδόνια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →