κοροϊδευτικός
•
- που έχει σχέση με την κοροϊδία, αναφέρεται σ’ αυτή ή την εκφράζει Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κοροϊδευτικός < κοροϊδεύω + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κοροϊδευτικός | κοροϊδευτική | κοροϊδευτικό |
| Γενική | κοροϊδευτικού | κοροϊδευτικής | κοροϊδευτικού |
| Αιτιατική | κοροϊδευτικό | κοροϊδευτική | κοροϊδευτικό |
| Κλητική | κοροϊδευτικέ | κοροϊδευτική | κοροϊδευτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κοροϊδευτικοί | κοροϊδευτικές | κοροϊδευτικά |
| Γενική | κοροϊδευτικών | κοροϊδευτικών | κοροϊδευτικών |
| Αιτιατική | κοροϊδευτικούς | κοροϊδευτικές | κοροϊδευτικά |
| Κλητική | κοροϊδευτικοί | κοροϊδευτικές | κοροϊδευτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →