κοροϊδεύω
•
- αναφέρομαι με περιπαικτικό τρόπο (λέξεις ή χειρονομίες) στα ελαττώματα, τις αδυναμίες ή τις ιδιαιτερότητες κάποιου Βικιλεξικό
- αναφέρομαι με ασεβή ή ανάρμοστο τρόπο σε κάτι Βικιλεξικό
- εξαπατώ κάποιον, τον ξεγελώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κοροϊδεύω < κορόιδ(ο) + -εύω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κοροϊδεύω | κοροϊδεύεις | κοροϊδεύει | κοροϊδεύουμε | κοροϊδεύετε | κοροϊδεύουν / κοροϊδεύουνε |
| Παρατατικός | κορόιδευα | κορόιδευες | κορόιδευε | κοροϊδεύαμε | κοροϊδεύατε | κοροϊδεύαν / κοροϊδεύανε / κορόιδευαν |
| Αόριστος | κορόιδεψα | κορόιδεψες | κορόιδεψε | κοροϊδέψαμε | κοροϊδέψατε | κοροϊδέψαν / κοροϊδέψανε / κορόιδεψαν |
| Μέλλοντας | θα κοροϊδέψω / θα κοροϊδεύω | θα κοροϊδέψεις / θα κοροϊδεύεις | θα κοροϊδέψει / θα κοροϊδεύει | θα κοροϊδέψουμε / θα κοροϊδεύουμε | θα κοροϊδέψετε / θα κοροϊδεύετε | θα κοροϊδέψουν / θα κοροϊδέψουνε / θα κοροϊδεύουν / θα κοροϊδεύουνε |
| Παρακείμενος | έχω κοροϊδέψει | έχεις κοροϊδέψει | έχει κοροϊδέψει | έχουμε κοροϊδέψει | έχετε κοροϊδέψει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα κοροϊδέψει | είχες κοροϊδέψει | είχε κοροϊδέψει | είχαμε κοροϊδέψει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω κοροϊδέψει / να κοροϊδέψω / να κοροϊδεύω | να έχεις κοροϊδέψει / να κοροϊδέψεις / να κοροϊδεύεις | να έχει κοροϊδέψει / να κοροϊδέψει / να κοροϊδεύει | να έχουμε κοροϊδέψει / να κοροϊδέψουμε / να κοροϊδεύουμε | να έχετε κοροϊδέψει / να κοροϊδέψετε / να κοροϊδεύετε | να κοροϊδέψουν / να κοροϊδέψουνε / να κοροϊδεύουν / να κοροϊδεύουνε |
| Προστακτική | — | κορόιδευε / κορόιδεψε | — | — | κοροϊδέψτε / κοροϊδεύετε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →