κορφολογώ
•
- κυριολεκτικάκόβω το επάνω μέρος των κλαδιών ή βλαστών ενός φυτού, προκειμένου να συμβάλλω στην ανάπτυξή του ή απλώς να τα συλλέξω Βικιλεξικό
- μεταφορικάεπιλέγω το καλύτερο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κορφολογώ < κορφή + -ο- + -λογώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κορφολογάω / κορφολογώ | κορφολογάς | κορφολογά / κορφολογάει | κορφολογάμε / κορφολογούμε | κορφολογάτε | κορφολογάν / κορφολογάνε / κορφολογούν / κορφολογούνε |
| Παρατατικός | κορφολογούσα | κορφολογούσες | κορφολογούσε | κορφολογούσαμε | κορφολογούσατε | κορφολογούσαν / κορφολογούσανε |
| Αόριστος | κορφολόγησα | κορφολόγησες | κορφολόγησε | κορφολογήσαμε | κορφολογήσατε | κορφολογήσαν / κορφολογήσανε / κορφολόγησαν |
| Μέλλοντας | θα κορφολογάω / θα κορφολογήσω / θα κορφολογώ | θα κορφολογάς / θα κορφολογήσεις | θα κορφολογά / θα κορφολογάει / θα κορφολογήσει | θα κορφολογάμε / θα κορφολογήσουμε / θα κορφολογούμε | θα κορφολογάτε / θα κορφολογήσετε | θα κορφολογάν / θα κορφολογάνε / θα κορφολογήσουν / θα κορφολογήσουνε / θα κορφολογούν / θα κορφολογούνε |
| Παρακείμενος | έχω κορφολογήσει | έχεις κορφολογήσει | — | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα κορφολογήσει | — | — | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω κορφολογήσει / να κορφολογάω / να κορφολογήσω / να κορφολογώ | να έχεις κορφολογήσει / να κορφολογάς / να κορφολογήσεις | να κορφολογά / να κορφολογάει / να κορφολογήσει | να κορφολογάμε / να κορφολογήσουμε / να κορφολογούμε | να κορφολογάτε / να κορφολογήσετε | να κορφολογάν / να κορφολογάνε / να κορφολογήσουν / να κορφολογήσουνε / να κορφολογούν / να κορφολογούνε |
| Προστακτική | — | κορφολόγα / κορφολόγαγε / κορφολόγησε | — | — | κορφολογάτε / κορφολογήστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →