κορόμηλο
•
- φρούτοο καρπός της κορομηλιάς· πρόκειται για μικρό σαρκώδες σφαιρίδιο πράσινου (όταν είναι άγουρο) και κοκκινωπού (όταν ωριμάζει) χρώματος με κουκούτσι στη μέση Βικιλεξικό
- Στις κάτω κλάρες, τα κορόμηλα ήταν ακόμη αγουρωπά, όμως στις πιο πάνω αρκετά είχαν κιτρινίσει. (Κώστας Ακρίβος, Γάλα μαγνησίας, εκδ. Μεταίχμιο, 2018)
Ετυμολογία
κορόμηλο < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κορόμηλον < αβέβαιης ετυμολογίας + αρχαία ελληνική μῆλον. Πιθανόν *καρυόμηλον. Κατ' άλλη άποψη, *ὀρόμηλον < (ὄρος + μῆλον, αγριόμηλο) με επίδραση του αρχαίου συνωνύμου κοκκύμηλον
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κορόμηλο | κορόμηλα |
| Γενική | κορόμηλου | κορόμηλων |
| Αιτιατική | κορόμηλο | κορόμηλα |
| Κλητική | κορόμηλο | κορόμηλα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →