τζάνερο
•
- φρούτοτο κορόμηλο Βικιλεξικό
- ο γονιός τρώει το τζάνερο και το παιδί μουδιάζει (Λαϊκή παροιμία)
Ετυμολογία
τζάνερο < υπάρχουν τρεις εκδοχές: :# > τζανερίκι (διαλεκτικό) < τουρκική caneriği + erik (κορόμηλο της ψυχής) :# > τζανερίκι < τζαρνίκι, τζιρνίκι (διαλεκτικά) < σλαβικής προέλευσης čĭrnik :#: όπου έγινε επανανάλυση, όπου το -ίκι θεωρήθηκε υποκοριστικό επίθημα :# > διά + νερό
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τζάνερο | τζάνερα |
| Γενική | τζάνερου | τζάνερων |
| Αιτιατική | τζάνερο | τζάνερα |
| Κλητική | τζάνερο | τζάνερα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →