κοσμαγάπητος
•
- που είναι πολύ αγαπητός απ’ όλους Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κοσμαγάπητος < κοσμ(ο)- + αγαπητός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κοσμαγάπητος | κοσμαγάπητη | κοσμαγάπητο |
| Γενική | κοσμαγάπητου | κοσμαγάπητης | κοσμαγάπητου |
| Αιτιατική | κοσμαγάπητο | κοσμαγάπητη | κοσμαγάπητο |
| Κλητική | κοσμαγάπητε | κοσμαγάπητη | κοσμαγάπητο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κοσμαγάπητοι | κοσμαγάπητες | κοσμαγάπητα |
| Γενική | κοσμαγάπητων | κοσμαγάπητων | κοσμαγάπητων |
| Αιτιατική | κοσμαγάπητους | κοσμαγάπητες | κοσμαγάπητα |
| Κλητική | κοσμαγάπητοι | κοσμαγάπητες | κοσμαγάπητα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →