Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κοσμαγάπητος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που είναι πολύ αγαπητός απ’ όλους Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κοσμαγάπητος < κοσμ(ο)- + αγαπητός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκοσμαγάπητοςκοσμαγάπητηκοσμαγάπητο
Γενικήκοσμαγάπητουκοσμαγάπητηςκοσμαγάπητου
Αιτιατικήκοσμαγάπητοκοσμαγάπητηκοσμαγάπητο
Κλητικήκοσμαγάπητεκοσμαγάπητηκοσμαγάπητο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκοσμαγάπητοικοσμαγάπητεςκοσμαγάπητα
Γενικήκοσμαγάπητωνκοσμαγάπητωνκοσμαγάπητων
Αιτιατικήκοσμαγάπητουςκοσμαγάπητεςκοσμαγάπητα
Κλητικήκοσμαγάπητοικοσμαγάπητεςκοσμαγάπητα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →