κοσμοπαρωρίτης
•
- λογοτεχνικόπου ταξιδεύει αδιάκοπα στον κόσμο, που τριγυρνά στον κόσμο ως αργά Βικιλεξικό
- 19ος/20ός αιώνας, ⌘ Νίκος Καζαντζάκης, Οδύσεια , Ω΄ στίχ. 1387 (1387-1389) αρχική έκδοση: 1938
Ετυμολογία
κοσμοπαρωρίτης < κόσμ(ος) + -ο- + πάρωρ(ος) + -ίτης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κοσμοπαρωρίτης | κοσμοπαρωρίτες |
| Γενική | κοσμοπαρωρίτη | κοσμοπαρωριτών |
| Αιτιατική | κοσμοπαρωρίτη | κοσμοπαρωρίτες |
| Κλητική | κοσμοπαρωρίτη | κοσμοπαρωρίτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →