παρωρίτης
•
- που επιστρέφει στο σπίτι του αργά, αφού έχει περάσει η ώρα Βικιλεξικό
- Μιλτιάδης Μαλακάσης, Ο Μπαταριάς, (απόσπασμα), ※ @ebooks.edu.gr
- λαογραφίακαλικάντζαρος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παρωρίτης < πάρωρος + -ίτης < (ελληνιστική κοινή) < παρά + αρχαία ελληνική ὥρα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παρωρίτης | παρωρίτες |
| Γενική | παρωρίτη | παρωριτών |
| Αιτιατική | παρωρίτη | παρωρίτες |
| Κλητική | παρωρίτη | παρωρίτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →