Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κοσμοσυστημικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με το κοσμοσύστημα ή αναφέρεται σ’ αυτό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κοσμοσυστημικός < κοσμοσύστημα + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκοσμοσυστημικόςκοσμοσυστημικήκοσμοσυστημικό
Γενικήκοσμοσυστημικούκοσμοσυστημικήςκοσμοσυστημικού
Αιτιατικήκοσμοσυστημικόκοσμοσυστημικήκοσμοσυστημικό
Κλητικήκοσμοσυστημικέκοσμοσυστημικήκοσμοσυστημικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκοσμοσυστημικοίκοσμοσυστημικέςκοσμοσυστημικά
Γενικήκοσμοσυστημικώνκοσμοσυστημικώνκοσμοσυστημικών
Αιτιατικήκοσμοσυστημικούςκοσμοσυστημικέςκοσμοσυστημικά
Κλητικήκοσμοσυστημικοίκοσμοσυστημικέςκοσμοσυστημικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →