κοστίζω
•
- έχω ένα ορισμένο κόστος Βικιλεξικό
- αυτό το ψωμί κοστίζει δυο ευρώ
Ετυμολογία
κοστίζω < κόστος + -ίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κοστίζω | κοστίζεις | κοστίζει | κοστίζουμε | κοστίζετε | κοστίζουν / κοστίζουνε |
| Παρατατικός | κόστιζα | κόστιζες | κόστιζε | κοστίζαμε | κοστίζατε | κοστίζαν / κοστίζανε / κόστιζαν |
| Αόριστος | κόστισα | κόστισες | κόστισε | κοστίσαμε | κοστίσατε | κοστίσαν / κοστίσανε / κόστισαν |
| Μέλλοντας | θα κοστίζω / θα κοστίσω | θα κοστίζεις / θα κοστίσεις | θα κοστίζει / θα κοστίσει | θα κοστίζουμε / θα κοστίσουμε | θα κοστίζετε / θα κοστίσετε | θα κοστίζουν / θα κοστίζουνε / θα κοστίσουν / θα κοστίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω κοστίσει | έχεις κοστίσει | έχει κοστίσει | έχουμε κοστίσει | έχετε κοστίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα κοστίσει | είχες κοστίσει | είχε κοστίσει | είχαμε κοστίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω κοστίσει / να κοστίζω / να κοστίσω | να έχεις κοστίσει / να κοστίζεις / να κοστίσεις | να έχει κοστίσει / να κοστίζει / να κοστίσει | να έχουμε κοστίσει / να κοστίζουμε / να κοστίσουμε | να έχετε κοστίσει / να κοστίζετε / να κοστίσετε | να κοστίζουν / να κοστίζουνε / να κοστίσουν / να κοστίσουνε |
| Προστακτική | — | κόστιζε / κόστισε | — | — | κοστίζετε / κοστίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →