στοιχίζω
•
- μεταβατικότακτοποιώ ομοειδή πράγματα σε στοίχους, το ένα πίσω από το άλλο Βικιλεξικό
- Ο λοχαγός διέταξε το λοχία να στοιχίσει τους άνδρες του.
- μεταβατικόκοστίζω, έχω μια ορισμένη αξία, τιμή Βικιλεξικό
- το σπίτι αυτό του στοίχισε μια περιουσία
- αμετάβατοκοστίζω πολύ Βικιλεξικό
- δυστυχώς οι διακοπές σήμερα στοιχίζουν
- αμετάβατοπροξενώ μεγάλη θλίψη, στενοχώρια Βικιλεξικό
- του στοίχισε πολύ η αποτυχία του στις εξετάσεις
- προκαλώ την απώλεια ενός πράγματος Βικιλεξικό
- ο σεισμός στοίχισε πολλές ζωές
Ετυμολογία
στοιχίζω < αρχαία ελληνική στοιχίζω < στοῖχος (μεταφραστικό δάνειο από την ιταλική costare)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | στοιχίζω | στοιχίζεις | στοιχίζει | στοιχίζουμε | στοιχίζετε | στοιχίζουν / στοιχίζουνε |
| Παρατατικός | στοίχιζα | στοίχιζες | στοίχιζε | στοιχίζαμε | στοιχίζατε | στοίχιζαν / στοιχίζαν / στοιχίζανε |
| Αόριστος | στοίχισα | στοίχισες | στοίχισε | στοιχίσαμε | στοιχίσατε | στοίχισαν / στοιχίσαν / στοιχίσανε |
| Μέλλοντας | θα στοιχίζω / θα στοιχίσω | θα στοιχίζεις / θα στοιχίσεις | θα στοιχίζει / θα στοιχίσει | θα στοιχίζουμε / θα στοιχίσουμε | θα στοιχίζετε / θα στοιχίσετε | θα στοιχίζουν / θα στοιχίζουνε / θα στοιχίσουν / θα στοιχίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω στοιχίσει | έχεις στοιχίσει | έχει στοιχίσει | έχουμε στοιχίσει | έχετε στοιχίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα στοιχίσει | είχες στοιχίσει | είχε στοιχίσει | είχαμε στοιχίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω στοιχίσει / να στοιχίζω / να στοιχίσω | να έχεις στοιχίσει / να στοιχίζεις / να στοιχίσεις | να έχει στοιχίσει / να στοιχίζει / να στοιχίσει | να έχουμε στοιχίσει / να στοιχίζουμε / να στοιχίσουμε | να έχετε στοιχίσει / να στοιχίζετε / να στοιχίσετε | να στοιχίζουν / να στοιχίζουνε / να στοιχίσουν / να στοιχίσουνε |
| Προστακτική | — | στοίχιζε / στοίχισε | — | — | στοιχίζετε / στοιχίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →