κοστολογώ
•
- υπολογίζω και ορίζω το κόστος ενός προϊόντος ή μιας υπηρεσίας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κοστολογώ < κόστος + -ο- + -λογώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κοστολογώ | κοστολογείς | κοστολογεί | κοστολογούμε | κοστολογείτε | κοστολογούν / κοστολογούνε |
| Παρατατικός | κοστολογούσα | κοστολογούσες | κοστολογούσε | κοστολογούσαμε | κοστολογούσατε | κοστολογούσαν / κοστολογούσανε |
| Αόριστος | κοστολόγησα | κοστολόγησες | κοστολόγησε | κοστολογήσαμε | κοστολογήσατε | κοστολογήσαν / κοστολογήσανε / κοστολόγησαν |
| Μέλλοντας | θα κοστολογήσω / θα κοστολογώ | θα κοστολογήσεις / θα κοστολογείς | θα κοστολογήσει / θα κοστολογεί | θα κοστολογήσουμε / θα κοστολογούμε | θα κοστολογήσετε / θα κοστολογείτε | θα κοστολογήσουν / θα κοστολογήσουνε / θα κοστολογούν / θα κοστολογούνε |
| Παρακείμενος | έχω κοστολογήσει | έχεις κοστολογήσει | έχει κοστολογήσει | έχουμε κοστολογήσει | έχετε κοστολογήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα κοστολογήσει | είχες κοστολογήσει | είχε κοστολογήσει | είχαμε κοστολογήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω κοστολογήσει / να κοστολογήσω / να κοστολογώ | να έχεις κοστολογήσει / να κοστολογήσεις / να κοστολογείς | να έχει κοστολογήσει / να κοστολογήσει / να κοστολογεί | να έχουμε κοστολογήσει / να κοστολογήσουμε / να κοστολογούμε | να έχετε κοστολογήσει / να κοστολογήσετε / να κοστολογείτε | να κοστολογήσουν / να κοστολογήσουνε / να κοστολογούν / να κοστολογούνε |
| Προστακτική | — | κοστολόγει / κοστολόγησε | — | — | κοστολογήστε / κοστολογείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →