κοστολόγηση
•
- η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού κοστολογώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κοστολόγηση < (καθαρεύουσα) κοστολόγησις < κοστολογώ + -σις
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κοστολόγηση | κοστολογήσεις |
| Γενική | κοστολόγησης | κοστολογήσεων |
| Αιτιατική | κοστολόγηση | κοστολογήσεις |
| Κλητική | κοστολόγηση | κοστολογήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →