Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κουβάρι

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. οποιοδήποτε μακρόστενο υλικό που έχει τυλιχτεί έτσι, ώστε να έχει σχήμα σφαίρας, μπάλας Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάγια ρούχα ή άλλα αντικείμενα που είναι μπερδεμένα ή δεν είναι τακτοποιημένα Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάγια ζώο ή άνθρωπο που έχει κουλουριαστεί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κουβάρι < μεσαιωνική ελληνική κουβάριον / κωβάριον < ελληνιστική κοινή κόβαρος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκουβάρικουβάρια
Γενικήκουβαριούκουβαριών
Αιτιατικήκουβάρικουβάρια
Κλητικήκουβάρικουβάρια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →