κουβάρι
•
- οποιοδήποτε μακρόστενο υλικό που έχει τυλιχτεί έτσι, ώστε να έχει σχήμα σφαίρας, μπάλας Βικιλεξικό
- μεταφορικάγια ρούχα ή άλλα αντικείμενα που είναι μπερδεμένα ή δεν είναι τακτοποιημένα Βικιλεξικό
- μεταφορικάγια ζώο ή άνθρωπο που έχει κουλουριαστεί Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κουβάρι < μεσαιωνική ελληνική κουβάριον / κωβάριον < ελληνιστική κοινή κόβαρος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κουβάρι | κουβάρια |
| Γενική | κουβαριού | κουβαριών |
| Αιτιατική | κουβάρι | κουβάρια |
| Κλητική | κουβάρι | κουβάρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →