κουβαριάζω
•
- κυριολεκτικάτυλίγω κάποιο νήμα και φτιάχνω ένα κουβάρι Βικιλεξικό
- μεταφορικάτσαλακώνω, ζαρώνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κουβαριάζω < κουβάρι + -ιάζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κουβαριάζω | κουβαριάζεις | κουβαριάζει | κουβαριάζουμε | κουβαριάζετε | κουβαριάζουν / κουβαριάζουνε |
| Παρατατικός | κουβάριαζα | κουβάριαζες | κουβάριαζε | κουβαριάζαμε | κουβαριάζατε | κουβάριαζαν / κουβαριάζαν / κουβαριάζανε |
| Αόριστος | κουβάριασα | κουβάριασες | κουβάριασε | κουβαριάσαμε | κουβαριάσατε | κουβάριασαν / κουβαριάσαν / κουβαριάσανε |
| Μέλλοντας | θα κουβαριάζω / θα κουβαριάσω | θα κουβαριάζεις / θα κουβαριάσεις | θα κουβαριάζει / θα κουβαριάσει | θα κουβαριάζουμε / θα κουβαριάσουμε | θα κουβαριάζετε / θα κουβαριάσετε | θα κουβαριάζουν / θα κουβαριάζουνε / θα κουβαριάσουν / θα κουβαριάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω κουβαριάσει | έχεις κουβαριάσει | έχει κουβαριάσει | έχουμε κουβαριάσει | έχετε κουβαριάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα κουβαριάσει | είχες κουβαριάσει | είχε κουβαριάσει | είχαμε κουβαριάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω κουβαριάσει / να κουβαριάζω / να κουβαριάσω | να έχεις κουβαριάσει / να κουβαριάζεις / να κουβαριάσεις | να έχει κουβαριάσει / να κουβαριάζει / να κουβαριάσει | να έχουμε κουβαριάσει / να κουβαριάζουμε / να κουβαριάσουμε | να έχετε κουβαριάσει / να κουβαριάζετε / να κουβαριάσετε | να κουβαριάζουν / να κουβαριάζουνε / να κουβαριάσουν / να κουβαριάσουνε |
| Προστακτική | — | κουβάριαζε / κουβάριασε | — | — | κουβαριάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
κουβαριάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →