κουβεντιάζω
•
- μιλάω με κάποιον για διάφορα θέματα Βικιλεξικό
- οικείοκακολογώ Βικιλεξικό
- οικείοκουτσομπολεύω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κουβεντιάζω < μεσαιωνική ελληνική κουβεντιάζω < κουβέντα + -ιάζω < λατινική conventus (συνέλευση) < convenio < con- + venio
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κουβεντιάζω | κουβεντιάζεις | κουβεντιάζει | κουβεντιάζουμε | κουβεντιάζετε | κουβεντιάζουν / κουβεντιάζουνε |
| Παρατατικός | κουβέντιαζα | κουβέντιαζες | κουβέντιαζε | κουβεντιάζαμε | κουβεντιάζατε | κουβέντιαζαν / κουβεντιάζαν / κουβεντιάζανε |
| Αόριστος | κουβέντιασα | κουβέντιασες | κουβέντιασε | κουβεντιάσαμε | κουβεντιάσατε | κουβέντιασαν / κουβεντιάσαν / κουβεντιάσανε |
| Μέλλοντας | θα κουβεντιάζω / θα κουβεντιάσω | θα κουβεντιάζεις / θα κουβεντιάσεις | θα κουβεντιάζει / θα κουβεντιάσει | θα κουβεντιάζουμε / θα κουβεντιάσουμε | θα κουβεντιάζετε / θα κουβεντιάσετε | θα κουβεντιάζουν / θα κουβεντιάζουνε / θα κουβεντιάσουν / θα κουβεντιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω κουβεντιάσει | έχεις κουβεντιάσει | έχει κουβεντιάσει | έχουμε κουβεντιάσει | έχετε κουβεντιάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα κουβεντιάσει | είχες κουβεντιάσει | είχε κουβεντιάσει | είχαμε κουβεντιάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω κουβεντιάσει / να κουβεντιάζω / να κουβεντιάσω | να έχεις κουβεντιάσει / να κουβεντιάζεις / να κουβεντιάσεις | να έχει κουβεντιάσει / να κουβεντιάζει / να κουβεντιάσει | να έχουμε κουβεντιάσει / να κουβεντιάζουμε / να κουβεντιάσουμε | να έχετε κουβεντιάσει / να κουβεντιάζετε / να κουβεντιάσετε | να κουβεντιάζουν / να κουβεντιάζουνε / να κουβεντιάσουν / να κουβεντιάσουνε |
| Προστακτική | — | κουβέντιαζε / κουβέντιασε | — | — | κουβεντιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
κουβεντιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →