κουβέντα
•
- συζήτηση που δεν έχει επίσημο χαρακτήρα ή συγκεκριμένο θέμα Βικιλεξικό
- Αμέσως μου 'πιασε κουβέντα πως ήταν αρωματοποιός και πως είχε κάνει συνθέσεις δικές του, αλλ' ότι το μεγάλο εμπόριο αρωμάτων τον κατέστρεψε κι έτσι τον έπιασαν για λαθρέμπορο οινοπνεύματος. (Γιάννης Μανούσακας, Το χρονικό ενός αγώνα, τόμος 1, 1986, σελ. 129)
- φράση ή λόγος ή λέξη Βικιλεξικό
- μου είπε μια βαριά κουβέντα
- δεν είπε κουβέντα
- Ἀφοῦ εἶδε κι ἀποεῖδε, ἡ γρια-Μορισίνα, καὶ καμμιὰ δουλειά, κανένα ἔργο, ὅ,τι κι ἂν εἶχε καταπιαστῆ, δὲν τῆς ἐβγῆκε σὲ καλὸ τέλος, στὰ ὑστερνά της βάλθηκε κι αὐτὴ ν᾿ ἀποσώνῃ τὶς κουβέντες, τὰ μαντᾶτα, καὶ τὶς δουλειὲς τῶν ἀλλωνῶν.[…]
Ετυμολογία
κουβέντα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κουβέντα < κομβέντον / κονβέντον (ουδέτερο) < κομβέντος / κονβέντος (αρσενικό) / κόμβενδος (συνάντηση, συνέλευση) < λατινική conventus (συνέλευση) < convenio < con- + venio < πρωτοϊταλική *gʷenjō < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *gʷm̥yéti < *gʷem- (προχωρώ) + *-yéti
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κουβέντα | κουβέντες |
| Γενική | κουβέντας | — |
| Αιτιατική | κουβέντα | κουβέντες |
| Κλητική | κουβέντα | κουβέντες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →