κουζίνα
•
- o χώρος όπου ετοιμάζονται και μαγειρεύονται οι τροφές Βικιλεξικό
- μια φωτισμένη κουζίνα
- Σηκώθηκα και πήγα στην κουζίνα να ετοιμάσω κάτι να φάμε. (⌘ Διδώ Σωτηρίου, Εντολή, [μυθιστόρημα], 1976)
- Βρήκε την κουζίνα και έφτιαξε μια μεγάλη τσαγιέρα μαύρο τσάι. Και η τσαγιέρα δώρο της Μπετίνας ήταν, μια λαδί κεραμική στρουμπουλή τσαγιέρα με χεράκι από μπαμπού. Ο Χάρης δεν τη χρησιμοποιούσε ποτέ, επειδή έπινε τσάι μόνο όταν ήταν άρρωστος. «Σε πειράζει να πάρω την τσαγιέρα στην κρεβατοκάμαρα;...» (Χίλντα Παπαδημητρίου, Η συχνότητα του θανάτου, εκδ. Μεταίχμιο, 2016)
- γαστρονομίαη μαγειρική τέχνη της ετοιμασίας και μαγειρικής των τροφών Βικιλεξικό
- η γαλλική κουζίνα, η κινεζική κουζίνα
- συσκευήπάνω στην οποία ψήνονται οι τροφές Βικιλεξικό
- ηλεκτρική κουζίνα, το μάτι της κουζίνας
Ετυμολογία
κουζίνα < (άμεσο δάνειο) βενετική cusina (δείτε και την ιταλική cucina) < λατινική coquina, θηλυκό του coquinus (μαγειρικός) → δείτε τη λέξη coquo (μαγειρεύω)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κουζίνα | κουζίνες |
| Γενική | κουζίνας | κουζινών |
| Αιτιατική | κουζίνα | κουζίνες |
| Κλητική | κουζίνα | κουζίνες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →