Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κουζινικός

/ku.zi.niˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την κουζίνα ή αναφέρεται σ' αυτή Βικιλεξικό
    • κουζινικός εξοπλισμός
  2. ουσιαστικοποιημένοκουζινικά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κουζινικός < κουζίνα + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκουζινικόςκουζινικήκουζινικό
Γενικήκουζινικούκουζινικήςκουζινικού
Αιτιατικήκουζινικόκουζινικήκουζινικό
Κλητικήκουζινικέκουζινικήκουζινικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκουζινικοίκουζινικέςκουζινικά
Γενικήκουζινικώνκουζινικώνκουζινικών
Αιτιατικήκουζινικούςκουζινικέςκουζινικά
Κλητικήκουζινικοίκουζινικέςκουζινικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →