Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κουκλίστικος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με κούκλα, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασηόμορφος και χαριτωμένος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κουκλίστικος < κούκλα + -ίστικος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκουκλίστικοςκουκλίστικηκουκλίστικο
Γενικήκουκλίστικουκουκλίστικηςκουκλίστικου
Αιτιατικήκουκλίστικοκουκλίστικηκουκλίστικο
Κλητικήκουκλίστικεκουκλίστικηκουκλίστικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκουκλίστικοικουκλίστικεςκουκλίστικα
Γενικήκουκλίστικωνκουκλίστικωνκουκλίστικων
Αιτιατικήκουκλίστικουςκουκλίστικεςκουκλίστικα
Κλητικήκουκλίστικοικουκλίστικεςκουκλίστικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →