κουκλίστικος
•
- που έχει σχέση με κούκλα, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηόμορφος και χαριτωμένος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κουκλίστικος < κούκλα + -ίστικος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κουκλίστικος | κουκλίστικη | κουκλίστικο |
| Γενική | κουκλίστικου | κουκλίστικης | κουκλίστικου |
| Αιτιατική | κουκλίστικο | κουκλίστικη | κουκλίστικο |
| Κλητική | κουκλίστικε | κουκλίστικη | κουκλίστικο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κουκλίστικοι | κουκλίστικες | κουκλίστικα |
| Γενική | κουκλίστικων | κουκλίστικων | κουκλίστικων |
| Αιτιατική | κουκλίστικους | κουκλίστικες | κουκλίστικα |
| Κλητική | κουκλίστικοι | κουκλίστικες | κουκλίστικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →