κουκούτσι
•
- το σπέρμα με το περίβλημά του που βρίσκεται στο εσωτερικό του καρπό φυτού με σαρκώδη καρπό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κουκούτσι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κουκούτσι(ν) < ιταλική cucuzza (κολοκύθι) (από τους σπόρους της κολοκυθιάς)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κουκούτσι | κουκούτσια |
| Γενική | κουκουτσιού | κουκουτσιών |
| Αιτιατική | κουκούτσι | κουκούτσια |
| Κλητική | κουκούτσι | κουκούτσια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →