Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κοπέλα

/koˈpe.la/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. έφηβη ή νεαρή γυναίκα Βικιλεξικό
    • Μεγάλωσε το κοριτσάκι μου, κι έγινε ολόκληρη κοπέλα!
    • Κι εκεί που κάναμε την πλάκα μας βάζοντας στοιχήματα για το ποια κοπέλα θα πάρει το σκήπτρο, τσουπ, βλέπω μία διαγωνιζόμενη με εξώπλατο και στον ώμο της να έχει μια ελιά όπως η Αντάρα. (Γιώργος Σκούρτης, Το χειρόγραφο της Αντάρας, Ο δολοφόνος του Οκτώμβρη, εκδ. Καστανιώτη, 2014)
    • Μείναμε μόνοι, και ο κύριος Γκυ αναστέναξε : «Σπουδαία κοπέλα. Σωστός άγγελος! Και κόμματος, ε; Την εμπιστεύεσαι; Πόσα της έχεις πει;» «Μην ξεχνάς ότι είναι η υποδιευθύντρια του «Τεατρίθ» . Τα ξέρει όλα...» (Δημήτρης Καπετανάκης, Η συμμορία της συγκίνησης: μυθιστόρημα, Βιβλιοθήκη της Εστίας, 2007, σελ. 311)
  2. η φιλενάδα, ερωτική σύντροφος Βικιλεξικό
    • Θα 'ρθω στην εκδρομή με την κοπέλα μου· μόνος δεν έρχομαι.
  3. νεαρή οικιακή βοηθός ή νεαρή υπάλληλος χαμηλής ιεραρχικά βαθμίδας Βικιλεξικό
    • Πες στην κοπέλα να μου φτιάξει ένα καφεδάκι.
    • Με εξυπηρέτησε η κοπέλα στο γκισέ.

Ετυμολογία

κοπέλα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κοπέλα < κοπέλ(ι) (υπηρέτης, προγονός) ή κόπελ(ος) + μεγεθυντικό επίθημα -α < άγνωστης ετυμολογίας Για εκδοχές ετυμολόγησης δείτε το κοπέλι και το μεσαιωνικό κοπέλα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκοπέλακοπέλες
Γενικήκοπέλας—
Αιτιατικήκοπέλακοπέλες
Κλητικήκοπέλακοπέλες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →