Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κουλαίνω

/kuˈle.no/ρήμα
•
  1. λαϊκότροπομε τις ενέργειες ή τις πράξεις μου κάνω κάποιον κουλό, τον αναγκάζω να χάσει κάποιο απ’ τα άκρα του (χέρι, πόδι) ή να τα έχει με προσωρινή ή μόνιμη αναπηρία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κουλαίνω < κουλός + -αίνω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςκουλαίνωκουλαίνειςκουλαίνεικουλαίνουμεκουλαίνετεκουλαίνουν / κουλαίνουνε
Παρατατικόςκούλαινακούλαινεςκούλαινεκουλαίναμεκουλαίνατεκουλαίναν / κουλαίνανε / κούλαιναν
Αόριστοςκούλανακούλανεςκούλανεκουλάναμεκουλάνατεκουλάναν / κουλάνανε / κούλαναν
Μέλλονταςθα κουλάνω / θα κουλαίνωθα κουλάνεις / θα κουλαίνειςθα κουλάνει / θα κουλαίνειθα κουλάνουμε / θα κουλαίνουμεθα κουλάνετε / θα κουλαίνετεθα κουλάνουν / θα κουλάνουνε / θα κουλαίνουν / θα κουλαίνουνε
Παρακείμενοςέχω κουλάνειέχεις κουλάνειέχει κουλάνειέχουμε κουλάνειέχετε κουλάνει—
Υπερσυντέλικοςείχα κουλάνειείχες κουλάνειείχε κουλάνειείχαμε κουλάνειείχατε κουλάνει—
Υποτακτικήνα έχω κουλάνει / να κουλάνω / να κουλαίνωνα έχεις κουλάνει / να κουλάνεις / να κουλαίνειςνα έχει κουλάνει / να κουλάνει / να κουλαίνεινα έχουμε κουλάνει / να κουλάνουμε / να κουλαίνουμενα έχετε κουλάνει / να κουλάνετε / να κουλαίνετενα κουλάνουν / να κουλάνουνε / να κουλαίνουν / να κουλαίνουνε
Προστακτική—κούλαινε / κούλανε——κουλάνετε / κουλαίνετε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →