Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κουλτουριάρικος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με κουλτουριάρη ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κουλτουριάρικος < κουλτουριάρης + -ικος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκουλτουριάρικοςκουλτουριάρικηκουλτουριάρικο
Γενικήκουλτουριάρικουκουλτουριάρικηςκουλτουριάρικου
Αιτιατικήκουλτουριάρικοκουλτουριάρικηκουλτουριάρικο
Κλητικήκουλτουριάρικεκουλτουριάρικηκουλτουριάρικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκουλτουριάρικοικουλτουριάρικεςκουλτουριάρικα
Γενικήκουλτουριάρικωνκουλτουριάρικωνκουλτουριάρικων
Αιτιατικήκουλτουριάρικουςκουλτουριάρικεςκουλτουριάρικα
Κλητικήκουλτουριάρικοικουλτουριάρικεςκουλτουριάρικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →